Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013


Άρτεμις Δουμένη Β1

ΆΣΚΗΣΗ 3:
    Μέρος Α, Κεφάλαιο 6ο, Δεύτερος Ταξιδιώτης: «ΑΠΟ ΤΟΤΕ ο Στέφανος, φιλόνομος πολίτης που απαρνήθηκε τα σαμάρια του, κυνηγά το «Αεικίνητο», να κάμει τους ήχους να μην τελειώνουν στο ρολόι
κυρά ‐ Κυριακούλας, στο ρολόι των χρυσών σατύρων… Όλοι γύρω τούς άνοιξαν το δρόμο. Και μες στη σιγή που έγινε, πλημμυρισμένοι από κατάπληξη όλοι, οι γυναίκες, τα μπερμπαντόπαιδα και τα παλικάρια, είδαν να πορεύονται ανάμεσά τους και να φεύγουν αργά, ο ένας βαστώντας τον άλλο, οι δυο άνθρωποι του πάθους: ο ένας που κυνηγούσε το αίμα και το θάνατο, κι ο άλλος που κυνηγούσε τους ήχους».

ΑΣΚΗΣΗ 4
    Προσωπικά, ο ήρωας με τον οποίο ταυτίστηκα, ήταν η Άρτεμη. Αυτό, συνέβη διότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση το θάρρος και -κατά κάποιο τρόπο- η παρορμητικότητά της.
    Κατ’ αρχάς, την Άρτεμη τη βλέπουμε σε δύο διαφορετικές περιόδους της ζωής της. Στην αρχή του βιβλίου, την πρωτογνωρίζουμε σαν ένα μικρό κορίτσι, γεμάτο περιέργεια για τον κόσμο. Το εντυπωσιακό, κατά τη γνώμη μου, είναι πως , καθώς η ηρωίδα μεγαλώνει και περνά  στα πρώτα εφηβικά χρόνια, η δίψα αυτή για μάθηση όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά  περνάει  και σε ένα πιο «ώριμο» επίπεδο, το οποίο όμως, ακόμα και τώρα, στα τέλη της παιδικής ηλικίας, χαρακτηρίζεται από μια απρόσμενη παιδικότητα, αν και πολλές φορές  βλέπουμε, αυτή την τελευταία,  να υποχωρεί.


    Βέβαια, το γεγονός ότι η παιδικότητά της σιγά-σιγά και σε κάποια σημεία εξαφανίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, οφείλεται στο ότι η Άρτεμη μεγαλώνει και αρχίζει να έχει κι άλλες έγνοιες πέρα απ’ το παιχνίδι. Αρχίζει, δηλαδή, να αντιμετωπίζει τον πραγματικό κόσμο, αναδεικνύοντας, έτσι, και μερικές πιο αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα της. Παραδείγματος χάριν, δεν διστάζει να κόψει τη σέλα της Ντόρις, ώστε να μπορέσει να κάνει κάτι για να «βγάλει» τον θυμό, που είχε, από μέσα της.
    Γενικά, αν κοιτάξουμε τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου, θα δούμε πως, στην ουσία, το πρώτο αναφέρεται στα παιδικά χρόνια των ηρώων και στη προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τον κόσμο ενώ το δεύτερο, περιγράφει το πώς αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν και μεγαλώνουν ακόμα, αντιμετωπίζοντας, τώρα πια, τον κόσμο του οποίου τα μυστικά, παλαιότερα, προσπαθούσαν να ανακαλύψουν. Ιδιαίτερα απότομη είναι η προσγείωση της Άρτεμης στη σκληρή πραγματικότητα. Φανερό είναι το πόσο γρήγορα άρχισε να μεγαλώνει, αλλά και το πόσο σκληρά της φέρθηκε η ζωή, η οποία της έκοψε τα φτερά, με το που άρχισε να μαθαίνει πώς να πετάει.
    Φυσικά, πολλά πράγματα έχουν μείνει ίδια, ανάμεσα στην Άρτεμη των παιδικών χρόνων και την Άρτεμη της πρώτης νεανικής ηλικίας. Αρχικά, έχει την ίδια περιέργεια, τον ίδιο αυθορμητισμό και το ίδιο κουράγιο, που είχε και τότε. Μόνο που τώρα, όλα αυτά δεν την καθιστούν μόνο ένα πολλά υποσχόμενο παιδί, αλλά μια περήφανη και δυναμική κοπέλα. Επιπλέον, δεν παύει να είναι πολύ παρορμητική, σε υπερβολικό βαθμό μερικές φορές, πράγμα που μπορεί εύκολα να κάνει να   εμφανιστεί ο χειρότερός της εαυτός. Κάτι ακόμα, που δεν άλλαξε μέσα στα χρόνια, είναι η αδυναμία της προς τον μικρό της αδερφό, με τον οποίο φαίνεται να μεγαλώνουν με κοινή ταχύτητα.
   Προσωπικά, πιστεύω πως η Άρτεμη είναι ένας απ’ τους κυριότερους χαρακτήρες - αν όχι ο κυριότερος μετά τον αφηγητή- αφού μέσα απ’ τη δική της ζωή και τα δικά της προβλήματα καταλαβαίνουμε το τέλος της παιδικής ηλικίας, όχι μόνο γι’ αυτή, αλλά για όλα τα παιδιά. Δηλαδή, η δική της ανάπτυξη δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρουσιάσει και αυτή των υπόλοιπων μελών της οικογένειας.